Από την κατάρρευση στο πρότυπο: Η Ελλάδα δέκα χρόνια μετά την κρίση.

Nea2day.comΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μεταφρασμένο άρθρο απο την εφημερίδα DN της 30ης Ιουλίου 2025.

Διαβάστε σε μετάφραση το άρθρο που δημοσιεύτηκε στην μεγάλη σουηδική εφημερίδα αναφορικά με την κρίση και την αναδιάρθρωση της οικονομίας στην Ελλάδα.

“Πριν από δέκα χρόνια, η Ελλάδα ήταν έτοιμη να καταρρεύσει και να βγει από την ΕΕ. Αλλά από το καλοκαίρι της κρίσης το 2015, η χώρα πέρασε από την οικονομική ελεύθερη πτώση στο να είναι μία από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη με μειωμένο δημόσιο χρέος.

Όταν ο Νικ Μαλκούτσις, σκέφτεται εκείνο το βράζον καλοκαίρι πριν από δέκα χρόνια, αυτό που θυμάται είναι χάος. Ειδικά στις αρχές Ιουλίου, όταν οι Έλληνες μόλις είχαν απορρίψει ένα νέο πακέτο στήριξης. Μακριές ουρές σχηματίζονταν έξω από τα ΑΤΜ στην Αθήνα, γεμάτες με ανθρώπους που προσπαθούσαν να αποσύρουν τα περίπου 540 σουηδικές κορώνες την ημέρα και που δεν ήξεραν αν οι οικονομίες τους ήταν ασφαλείς πίσω από τις κλειστές πόρτες των τραπεζών.

“Υπήρχε απόλυτη αβεβαιότητα σχετικά με το τι θα συμβεί, αν θα υπάρξει κάποια συμφωνία και, σε αυτήν την περίπτωση, πώς θα είναι”, λέει. “Ήταν σαν να είσαι μισοξύπνιος και μισοκοιμισμένος μέσα σε ένα πολύ σουρεαλιστικό όνειρο. Ήταν ένα πολύ, πολύ παράξενο συναίσθημα”.

Ο ίδιος είχε μόλις ξεκινήσει την αναλυτική εταιρεία Macropolis λίγα χρόνια νωρίτερα και έτσι βρέθηκε στη μέση της καταιγίδας των έντονων κινήσεων της αγοράς και των αναλυτών που προσπαθούσαν να δουν αν η Ελλάδα θα συνέχιζε να αποτελεί μέρος της ευρωζώνης όταν η σκόνη θα είχε κατακαθίσει.

Ήταν μια σύγκρουση που εξελισσόταν εδώ και πολλά χρόνια.

Στη μία πλευρά, η λεγόμενη τρόικα – το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη της ευρωζώνης που είχαν προσφέρει δύο πακέτα στήριξης από την εποχή της κρίσης του ευρώ και δεν ήθελαν να δώσουν ούτε ένα ευρώ χωρίς αυστηρά ανταλλάγματα.

Στην άλλη πλευρά, ένας λαός που είχε ήδη διαδηλώσει έντονα επί σειρά ετών λόγω σκληρών μέτρων λιτότητας και που είχε δει την αγοραστική του δύναμη να καταρρέει την ώρα που η ανεργία εκτοξευόταν, καθώς και μια νέα αριστερή κυβέρνηση που υποσχόταν νέα, καλύτερη συμφωνία και τέλος στην κρίση.

Αυτό που πραγματικά συνέβη κατά την ελληνική κρίση και αυτό που την προκάλεσε, θα μπορούσε να γεμίσει βιβλία. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η πολιτική κατάσταση είχε γίνει μη βιώσιμη όταν οι Έλληνες πήγαν στις κάλπες στις αρχές του 2015 και έδωσαν στο αριστερό κόμμα ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία για πρώτη φορά.

Το δίδυμο που ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες ήταν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο υπουργός Οικονομικών του, ο εκκεντρικός καθηγητής Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης.

“Είναι ένα είδος δημοσιονομικού εικονικού πνιγμού που έχει μετατρέψει αυτό το έθνος σε αποικία χρέους”, περιέγραψε ο Βαρουφάκης τη σχέση με τις Βρυξέλλες σε μια συνέντευξη στο BBC λίγο μετά τη νίκη στις εκλογές.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της άνοιξης εξετάζονταν προσωρινές λύσεις για την αποφυγή μιας πλήρους οικονομικής κρίσης. Μέχρι το καλοκαίρι, η κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Το χρηματιστήριο της Αθήνας και οι τράπεζες έκλεισαν, και ο Αλέξης Τσίπρας ξαφνικά προκήρυξε δημοψήφισμα για το τελευταίο πακέτο στήριξης που πρότεινε η τρόικα. Παρόλο που οι Έλληνες ακολούθησαν την έκκληση της κυβέρνησης και ψήφισαν «όχι» στην πρόταση των Ευρωπαίων, λίγες μέρες αργότερα ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε ότι η Αθήνα θα αποδεχόταν τις απαιτήσεις των πιστωτών.

Ακριβώς τι οδήγησε τον Τσίπρα σε αυτή τη στροφή παραμένει ασαφές. Κάποιοι πιστεύουν ότι είχε ελπίσει πως ο λαός θα έλεγε «ναι» στη συμφωνία και έτσι θα αποκτούσε πολιτική κάλυψη για να παραβεί τις προεκλογικές του υποσχέσεις. Άλλοι πιστεύουν ότι απλώς υποτίμησε πόσο οξεία ήταν η οικονομική κατάσταση.

“Ήταν σαν μετά από ένα μεγάλο πάρτι, η πραγματικότητα απλώς σε πρόλαβε. Και η εναλλακτική να μην πας στις Βρυξέλλες και να μην υπάρξει συμφωνία, ήταν απλώς πολύ τρομακτική, είχε τη δυνατότητα να προκαλέσει τόσο μεγάλη ζημιά που δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει”, λέει ο Νικ Μαλκούτσις. Ο ίδιος δεν ψήφισε καν. Όλο το σκηνικό τού φαινόταν προσχεδιασμένο.

Δέκα χρόνια αργότερα, ο Αλέξης Τσίπρας είναι εκτός της ελληνικής πολιτικής σκηνής και η χώρα κυβερνάται εδώ και έξι χρόνια από μια φιλελεύθερη-συντηρητική κυβέρνηση.

Η οικονομική κατάσταση είναι σαν τη νύχτα με τη μέρα. Η Ελλάδα έχει σήμερα έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην ευρωζώνη και τα επόμενα χρόνια η οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο. Η ανεργία παραμένει υψηλή, αλλά κινείται στα ίδια επίπεδα με της Σουηδίας, λίγο πάνω από το 8% – πολύ μακριά από τα ποσοστά του 2010 όταν πάνω από το ένα τέταρτο των Ελλήνων ήταν άνεργοι.

Η ανάκαμψη έχει τους επικριτές της. Πολλές από τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται σήμερα και έχουν μειώσει την ανεργία βρίσκονται στον τουριστικό τομέα, όπου η ασφάλεια στην απασχόληση είναι χαμηλή και οι μισθοί μικροί.

Η πραγματική επιτυχία, ωστόσο, είναι η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι σήμερα λίγο κάτω από το 151% του ΑΕΠ, μείωση σχεδόν 30 ποσοστιαίων μονάδων σε δέκα χρόνια. Είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς ότι κατά την πανδημία του κορωνοϊού το 2020 το χρέος έφτασε σχεδόν το 210% του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, το ελληνικό χρέος θα είναι μικρότερο από αυτό των ΗΠΑ έως το 2030, μια χώρα της οποίας τα δημόσια οικονομικά ιστορικά θεωρούνται τόσο σταθερά και ασφαλή που τα κρατικά της ομόλογα συγκαταλέγονται στις ασφαλέστερες επενδύσεις στον κόσμο.

Η εμπιστοσύνη στη χώρα έχει αρχίσει να οικοδομείται ξανά, κάτι που φαίνεται, μεταξύ άλλων, στα επιτόκια που απαιτούν οι διεθνείς επενδυτές για να διακρατούν ελληνικά κρατικά ομόλογα. Σήμερα, η Ελλάδα πληρώνει λιγότερο από τις ΗΠΑ για τα δεκαετή της ομόλογα και μόνο λίγο περισσότερο από τη Γερμανία, κάτι αδιανόητο πριν από δέκα χρόνια.

Τον Μάιο του τρέχοντος έτους, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε έναν συμβολικό θρίαμβο όταν προσκλήθηκε ως επίτιμος καλεσμένος της γερμανικής επιχειρηματικής οργάνωσης Wirtschaftsrat Deutschland για να μιλήσει για το «ελληνικό θαύμα» μπροστά ακριβώς σε εκείνο το ακροατήριο που πριν από δέκα χρόνια ήταν από τα πιο επικριτικά για το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

“Υπερνικήσαμε τον σκεπτικισμό”, είπε ο πρωθυπουργός και ισχυρίστηκε ότι ο ελληνικός ΟΑΕΔ τώρα εργάζεται για να προσελκύσει πίσω τους νέους Έλληνες που εγκατέλειψαν τη χώρα κατά τη διάρκεια της κρίσης για να βρουν εργασία κυρίως στη βόρεια Ευρώπη.

Ωστόσο, τα στατιστικά στοιχεία λένε κάτι διαφορετικό. Ο πληθυσμός μειώνεται σταθερά από την κρίση του ευρώ και είναι πλέον μικρότερος από αυτόν της Σουηδίας. Σύμφωνα με προβλέψεις, μεταξύ άλλων του ΔΝΤ, η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί, γεγονός που δημιουργεί μακροπρόθεσμες προκλήσεις.

Για να ξεπεράσει πραγματικά η Ελλάδα την κρίση, απαιτείται μια ευρύτερη αναζωογόνηση, σύμφωνα με τον Νικ Μαλκούτσις. Δεν αρκούν μόνο τα υγιή δημόσια οικονομικά όταν λείπει ένα ευρύτερο όραμα για το τι είδους χώρα και οικονομία θέλει να είναι η Ελλάδα στο μέλλον.

“Αν δεν το αντιμετωπίσουμε σύντομα, θα καταλήξουμε να είμαστε αυτή η συρρικνούμενη χώρα”, λέει. Τι θα είναι τότε η Ελλάδα; Η Φλόριντα της Ευρώπης, όπου πηγαίνεις για να συνταξιοδοτηθείς και να σε φροντίζουν; Ή θέλουμε να είμαστε μια ζωντανή και ακμάζουσα χώρα όπου οι νέοι έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν;

Θα ζεις ο ίδιος στην Ελλάδα σε πέντε χρόνια;

“Αυτή η ερώτηση προκύπτει σε συζητήσεις με φίλους και συγγενείς. Όλοι έχουν την αίσθηση ότι θα τα πήγαιναν καλύτερα κάπου αλλού και, αν προκύψουν οι σωστές συνθήκες, σίγουρα θα το σκεφτούν”.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

25 Ιουνίου: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ παρουσιάζουν μια πρόταση για ένα νέο πακέτο στήριξης. Το Χρηματιστήριο Αθηνών κλείνει και δεν θα ξανανοίξει για πάνω από πέντε εβδομάδες.

27 Ιουνίου: Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ανακοινώνει ότι θα διεξαχθεί δημοψήφισμα για το πακέτο στήριξης και ξεκινά εκστρατεία υπέρ της απόρριψής του.

28 Ιουνίου: Η Ελλάδα επιβάλλει περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) για να σταματήσει τον πανικό στις τράπεζες, γεγονός που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι Έλληνες μπορούν να κάνουν ανάληψη μόνο 60 ευρώ την ημέρα. Τα τραπεζικά καταστήματα παραμένουν κλειστά.

30 Ιουνίου: Η Ελλάδα δεν καταφέρνει να πραγματοποιήσει μια πληρωμή προς το ΔΝΤ και, συνεπώς, χάνει την υποστήριξη του Ταμείου.

1 Ιουλίου: Χίλια τραπεζικά καταστήματα ανοίγουν για μερικές ημέρες ώστε να μπορέσουν οι συνταξιούχοι να κάνουν ανάληψη χρημάτων, καθώς πολλοί δεν διαθέτουν τραπεζική κάρτα. Το όριο τέθηκε στα 120 ευρώ.

5 Ιουλίου: Η πλευρά του «Όχι» κερδίζει το δημοψήφισμα με ποσοστό άνω του 60%. Ο Υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, που είχε ενθαρρύνει τους Έλληνες να απορρίψουν την πρόταση, παραιτείται λίγο αργότερα. Το τραπεζικό σύστημα είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης και η κυβέρνηση ζητά από την ΕΚΤ στήριξη για να παραμείνουν ανοιχτές οι τράπεζες και να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις.

8 Ιουλίου: Η ελληνική κυβέρνηση ζητά ένα πακέτο διάσωσης με δάνεια έκτακτης ανάγκης από τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης και δεσμεύεται να ξεκινήσει την εφαρμογή οικονομικών μεταρρυθμίσεων πριν το τέλος του μήνα.

12 Ιουλίου: Η Ευρωομάδα συγκαλεί έκτακτη σύνοδο για να αποφασίσει σχετικά με το αίτημα και την επόμενη ημέρα η ελληνική κυβέρνηση υπογράφει ένα νέο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι τα μέτρα που αναλαμβάνει η Ελλάδα είναι σκληρότερα από τους αρχικούς όρους της τρόικας.

20 Ιουλίου: Οι τράπεζες ανοίγουν ξανά, αλλά ορισμένοι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων παραμένουν σε ισχύ μέχρι το 2019.

3 Αυγούστου: Το Χρηματιστήριο Αθηνών ανοίγει και καταγράφει πτώση 16% μέσα σε μία ημέρα.