Η Νίκαια δεν είπε απλώς «αντίο» στον Γιώργο Μαζωνάκη. Τον κράτησε για λίγο ακόμη κοντά της, μέσα από τα τραγούδια, τις αναμνήσεις και τις φωνές χιλιάδων ανθρώπων.
Υπάρχουν καλλιτέχνες που αφήνουν πίσω τους τραγούδια.
Και υπάρχουν καλλιτέχνες που αφήνουν πίσω τους αναμνήσεις ανθρώπων.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Την ημέρα του αποχαιρετισμού του, η Νίκαια μετατράπηκε σε έναν τεράστιο χώρο μνήμης. Άνθρωποι κάθε ηλικίας βρέθηκαν εκεί όχι μόνο για να παρακολουθήσουν μια τελετή, αλλά για να αποχαιρετήσουν έναν άνθρωπο που είχε συνδεθεί με τις δικές τους στιγμές.
Με ένα τραγούδι σε έναν χωρισμό. Με μια νύχτα διασκέδασης. Με έναν έρωτα. Με μια παρέα. Με μια εποχή ολόκληρη.
Η επιστροφή στη γειτονιά όπου όλα ξεκίνησαν
Η τελευταία διαδρομή του Γιώργου Μαζωνάκη είχε έναν έντονο συμβολισμό.
Κατέληξε στη Νίκαια, στον τόπο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Εκεί βρέθηκαν συγγενείς, φίλοι, καλλιτέχνες αλλά και χιλιάδες άνθρωποι που θέλησαν να είναι παρόντες.
Η εξόδιος ακολουθία πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας και στη συνέχεια ακολούθησε η ταφή στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Όμως η πραγματική εικόνα του αποχαιρετισμού δεν ήταν μόνο μέσα στην εκκλησία.
Ήταν έξω.
Στους δρόμους.
Στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Στα λουλούδια που κρατούσαν στα χέρια τους.
Και κυρίως στα τραγούδια που ακούγονταν παντού.
Μια πόλη που δεν κοιμήθηκε
Το αντίο είχε ξεκινήσει ήδη από την Κυριακή.
Η περιοχή γύρω από την Αγία Τριάδα γέμισε κόσμο, με εκατοντάδες ανθρώπους να παραμένουν εκεί για ώρες και να συμμετέχουν στη λαϊκή αγρυπνία που είχε ζητήσει η οικογένεια.
Η εικόνα δεν θύμιζε συνηθισμένο αποχαιρετισμό.
Άνθρωποι περίμεναν υπομονετικά. Άλλοι κρατούσαν λουλούδια. Κάποιοι είχαν μαζί τους φωτογραφίες.
Και αρκετοί έφεραν μαζί τους αυτό που ίσως ταίριαζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη συγκεκριμένη στιγμή: τα τραγούδια του.
Η μουσική πήρε τη θέση των λόγων
Όταν έφτασε η σορός στην εκκλησία, το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Λουλούδια πετάχτηκαν πάνω στο όχημα και από το πλήθος ακούστηκε ξανά και ξανά η λέξη:
«Αθάνατος».
Λίγο αργότερα, οι δρόμοι γύρω από την εκκλησία γέμισαν με τη μουσική του.
Οι άνθρωποι τραγουδούσαν.
Κάποιοι γνώριζαν κάθε στίχο απ’ έξω. Άλλοι απλώς στέκονταν σιωπηλοί και άκουγαν.
Το «Θέλω να γυρίσω στα παλιά» και οι «Ώρες μικρές» απέκτησαν εκείνη τη νύχτα μια διαφορετική διάσταση. Τα τραγούδια που είχαν συνοδεύσει τόσες προσωπικές ιστορίες έγιναν μέρος της δικής του τελευταίας ιστορίας.
Γιατί ο κόσμος τον ένιωθε «δικό του»
Ίσως εδώ βρίσκεται και η εξήγηση για το μέγεθος του αποχαιρετισμού.
Ο Μαζωνάκης δεν υπήρξε μόνο μια γνωστή φωνή του ελληνικού τραγουδιού.
Για πολλούς ανθρώπους ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους.
Η φωνή του υπήρχε στις νυχτερινές εξόδους, στις παρέες, στους έρωτες και στις δύσκολες περιόδους. Γι’ αυτό και η απώλειά του δεν αντιμετωπίστηκε σαν την απουσία ενός ακόμη διάσημου προσώπου.
Ήταν σαν να έκλεινε ένα κεφάλαιο που πολλοί είχαν ζήσει προσωπικά.
Πίσω από τη σκηνή υπήρχε ο άνθρωπος
Η σκηνική του εικόνα ήταν χαρακτηριστική.
Έντονα ρούχα, ιδιαίτερη παρουσία και ένας τρόπος εμφάνισης που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος.
Όμως για τους ανθρώπους που τον γνώριζαν και για εκείνους που τον ακολουθούσαν χρόνια, υπήρχε και μια άλλη πλευρά.
Ο άνθρωπος που παρέμενε δεμένος με τη Νίκαια.
Ο καλλιτέχνης που, σύμφωνα με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, είχε βοηθήσει ανθρώπους μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Και αυτή η εικόνα ήρθε ξανά στην επιφάνεια στον αποχαιρετισμό του.
Μια τελευταία υπόκλιση χωρίς σκηνή
Καθώς ολοκληρώθηκε η εξόδιος ακολουθία, η πομπή πήρε τον δρόμο για το νεκροταφείο.
Το πλήθος χειροκροτούσε.
Κάποιοι φώναζαν «Καλό δρόμο».
Άλλοι τραγουδούσαν.
Και τα λουλούδια συνέχισαν να πέφτουν πάνω στο όχημα που απομακρυνόταν.
Ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της ημέρας.
Ένας καλλιτέχνης που για χρόνια είχε συνηθίσει να βρίσκεται μπροστά σε κόσμο, βρέθηκε για τελευταία φορά στο κέντρο μιας τεράστιας ανθρώπινης συγκέντρωσης.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε σκηνή.
Υπήρχε η μνήμη.
Το τραγούδι που συνεχίζεται
Ο χρόνος θα περάσει.
Οι δρόμοι της Νίκαιας θα αδειάσουν.
Τα λουλούδια θα μαραθούν.
Ο κόσμος θα επιστρέψει στην καθημερινότητά του.
Τα τραγούδια, όμως, θα συνεχίσουν να ακούγονται.
Και εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη ενός τραγουδιστή: στο γεγονός ότι η φωνή του μπορεί να συνεχίσει να συνοδεύει ανθρώπους που δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 54 ετών, όμως η μουσική του έχει ήδη περάσει σε μια άλλη εποχή εκείνη των αναμνήσεων.
Και η Νίκαια του είπε το τελευταίο «αντίο» με τον τρόπο που ίσως του ταίριαζε περισσότερο.
Όχι με σιωπή.
Με τραγούδι

