Η Σουηδία, σύμφωνα με άρθρα των σουηδικών εφημερίδων, παρακολουθεί μία από τις μεγαλύτερες δίκες οικονομικού εγκλήματος των τελευταίων ετών να ολοκληρώνεται με καταδίκες, αλλά και αθωώσεις. Η υπόθεση αφορά ένα πολύπλοκο δίκτυο που, σύμφωνα με τις εισαγγελικές αρχές, αξιοποιούσε τραπεζικά στελέχη, επαγγελματίες και επιχειρηματίες για να αποκρύπτει την προέλευση μεγάλων χρηματικών ποσών.
Η έρευνα ξεκίνησε το 2020. Αφορμή αποτέλεσαν πληροφορίες ότι μία τραπεζική υπάλληλος ενέκρινε στεγαστικά δάνεια χρησιμοποιώντας ψευδή οικονομικά στοιχεία. Οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις αποκάλυψαν συνομιλίες που αφορούσαν πληρωμές και εξυπηρετήσεις.
Στη συνέχεια, οι αρχές εντόπισαν επαφές της υπαλλήλου με επιχειρηματία με το ψευδώνυμο «Μάλεκ». Η κατάσχεση και η ανάλυση του κινητού τηλεφώνου του, αποκάλυψαν νέα στοιχεία. Έτσι, η έρευνα επεκτάθηκε σημαντικά και συμπεριέλαβε δεκάδες οικονομικές συναλλαγές, εταιρείες και αγοραπωλησίες ακινήτων.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το κύκλωμα χρησιμοποιούσε εικονικά πρόσωπα, πλαστά έγγραφα και δωροδοκίες. Με αυτόν τον τρόπο φέρεται να νομιμοποίησε περισσότερα από 50 εκατομμύρια σουηδικές κορώνες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν δύο μεγάλες αγοραπωλησίες ακινήτων στην περιοχή του Södertälje. Η πρώτη αφορούσε την ιστορική έπαυλη Marenhill. Η δεύτερη σχετιζόταν με την πώληση ακινήτου της Εκκλησίας των Βαπτιστών σε ορθόδοξη ενορία. Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι οι συναλλαγές αυτές αποτέλεσαν βασικό μέρος του μηχανισμού ξεπλύματος χρήματος.
Το δικαστήριο εξέτασε συνολικά 14 κατηγορούμενους. Ανάμεσά τους βρίσκονταν η τραπεζική υπάλληλος, ένας κτηματομεσίτης, ένας γιατρός, ένας ορθόδοξος ιερέας και ένας γνωστός επιχειρηματίας της περιοχής.
Τελικά, εννέα άτομα καταδικάστηκαν για διάφορα οικονομικά εγκλήματα. Απο αυτά οι πέντε αθωώθηκαν πλήρως. Ο «Μάλεκ», σύμφωνα με τα σουηδικά μέσα ενημέρωσης, καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης για δωροδοκία και σοβαρή απάτη. Ωστόσο, αθωώθηκε για άλλες κατηγορίες που σχετίζονταν με το ξέπλυμα χρήματος. Παράλληλα, η τραπεζική υπάλληλος καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης, ενώ ο κτηματομεσίτης έλαβε ποινή τριών ετών. Ο γιατρός τιμωρήθηκε με ποινή υπό όρους και ο ορθόδοξος ιερέας αθωώθηκε.
Από την άλλη πλευρά, οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστηρίζουν ότι η κατηγορία του εισαγγελέα δεν αποδείχθηκε πλήρως. Μάλιστα, ο «Μάλεκ» χαρακτήρισε την υπόθεση πολιτικά και ρατσιστικά υποκινούμενη, δηλώνοντας ότι όλες οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες ήταν νόμιμες.
Το δικαστήριο σημείωσε ότι δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία για την ύπαρξη ενός ενιαίου εγκληματικού σχεδίου στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι κατηγορούμενοι. Για τον λόγο αυτό αξιολόγησε ξεχωριστά τις πράξεις κάθε εμπλεκόμενου και τις συναλλαγές στις οποίες συμμετείχε.
Η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τις σουηδικές αρχές. Παράλληλα, αναμένεται να συνεχιστεί στα ανώτερα δικαστήρια, καθώς αρκετοί από τους καταδικασθέντες έχουν ήδη ανακοινώσει ότι θα ασκήσουν έφεση.
Με πληροφορίες από Σουηδικά μέσα ενημέρωσης Expressen, TT, Aftonbladet, SVT News, Omni, Simployer κλπ, Νορβηγικά, Δανέζικα μέσα ενημέρωσης, Ελληνικό και Διεθνή τύπο. © Nea2day.com 2026

