Παρουσία εκλεκτών προσκεκλημένων και πλήθους κόσμου πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 28 Μαρτίου 2026, στην αίθουσα της Norrmalmskyrkan στη Στοκχόλμη, η επετειακή συναυλία της ελληνικής χορωδίας «Ορφέας», η οποία γιόρτασε 20 χρόνια συνεχούς καλλιτεχνικής παρουσίας και προσφοράς στον πολιτισμό της ομογένειας.
Μεταξύ άλλων την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Σουηδία, Νορβηγία και Λετονία κ. Σόλων Σάββα, ο Πρόεδρος της Πολιτιστικής Στέγης κ. Αποστόλης Παπακώστας, η Πρόεδρος του Ελληνικού Λαογραφικού Συλλόγου Σουηδίας κα. Έλλη Χρηστάκη, ο πρώην Πρόεδρος του Ελληνικού Σχολείου κ. Γεώργιος Κωσταντίνου, καθώς και ο κ. Γιώργος Κοντορίνης, B’ Αντιπρόεδρος του Δικτύου Ελλήνων Αιρετών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ευρώπης.
Η βραδιά ήταν διάχυτη από συγκίνηση, ποιότητα και μουσική αρτιότητα. Οι περίπου 45 χορωδοί του «Ορφέα» απέδειξαν για ακόμη μία φορά το υψηλό επίπεδο καλλιτεχνικής τους κατάρτισης, αλλά και την αφοσίωση και το πάθος τους για το χορωδιακό τραγούδι, κερδίζοντας το θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού.
Υπό τη μουσική διεύθυνση της Johanna Pomo και με την πολύτιμη καλλιτεχνική παρακαταθήκη του Rolando Pomo, το πρόγραμμα αποτέλεσε ένα πολυδιάστατο μουσικό ταξίδι στην ελληνική δημιουργία, από την παραδοσιακή μουσική μέχρι το σύγχρονο ρεπερτόριο. Καθοριστική υπήρξε και η συμβολή του πιανίστα Johan Sandback, ο οποίος συνόδευσε με ευαισθησία και αρμονική πληρότητα τη χορωδία.
Ξεχωριστή στιγμή της βραδιάς αποτέλεσε η εμφάνιση του Γιώργου Προκοπίου, ο οποίος με το μπουζούκι του προσέδωσε αυθεντικό ελληνικό χρώμα στη συναυλία. Η δεξιοτεχνία και η εκφραστικότητά του εντυπωσίασαν το κοινό, το οποίο τον αντάμειψε με ενθουσιώδες χειροκρότημα.
Η επετειακή συναυλία άνοιξε με ένα θερμό καλωσόρισμα από το μέλος της χορωδίας Anastasio Tebaldi, δίνοντας από την πρώτη στιγμή τον τόνο μιας βραδιάς αφιερωμένης στη μουσική, τη μνήμη και τη δημιουργική πορεία 20 ετών.
Το μουσικό ταξίδι του Σαββάτου, ξεκίνησε από τη διαχρονική παραδοσιακή μουσική, με ρίζες στη Θράκη, στη Μικρά Ασία και στα νησιά, και συνεχίστηκε στη λόγια παράδοση του έντεχνου τραγουδιού, όπου η ποίηση συναντά τη μουσική μέσα από σπουδαίες συνθέσεις.
Παράλληλα, αναδείχθηκε η εκφραστική δύναμη του πιάνου και του μπουζουκιού, οδηγώντας το κοινό σε κορυφαία έργα όπως το λαϊκό ορατόριο του Μίκη Θεοδωράκη. Άλλωστε από τους παραδοσιακούς ρυθμούς έως την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, η μουσική λειτουργεί ως κοινός τόπος έκφρασης, όπου οι ρίζες συναντούν το παρόν και η τέχνη γίνεται σημείο αναφοράς και ενότητας.
Το πρώτο μέρος του προγράμματος, με τίτλο «Η ρίζα και το πέταγμα», ξεκίνησε με το παραδοσιακό θρακιώτικο τραγούδι «Το Μαργούδι κι ο Αλεξανδρής». Αυτό το παραδοσιακό θρακιώτικο τραγούδι αποτελεί ένα ζωντανό δείγμα της μουσικής παράδοσης της Θράκης, συνδεδεμένο με τον χαρακτηριστικό ρυθμό του μαντηλάτου, ενός ζωηρού και κυκλικού χορού που εκφράζει τη χαρά και τη συλλογικότητα.
Το τραγούδι αφηγείται, με απλό και ποιητικό τρόπο, μια ιστορία αγάπης και διαλόγου ανάμεσα σε δύο νέους, αποτυπώνοντας την αθωότητα, το φλερτ και τη ζωντάνια της παραδοσιακής ζωής.
Όπως συμβαίνει με πολλά δημοτικά τραγούδια, οι στίχοι του μεταφέρονται προφορικά από γενιά σε γενιά, διατηρώντας αναλλοίωτο το συναίσθημα και την αυθεντικότητά τους. Με τη μελωδικότητά του και τον έντονο ρυθμό του, «Το Μαργούδι κι ο Αλεξανδρής» δεν αποτελεί μόνο ένα τραγούδι, αλλά και μια βιωματική εμπειρία, που ενώνει φωνές και σώματα στον χορό, κρατώντας ζωντανή την πολιτιστική κληρονομιά της Θράκης μέχρι σήμερα.
Η «Μαρίνα», σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη (1964), αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της δημιουργικής σύμπραξης λόγου και μουσικής στη νεοελληνική τέχνη.
Το ποίημα, που δημοσιεύτηκε αρχικά στη συλλογή «Μικρές Κυκλάδες», ενσωματώνει όλα τα βασικά στοιχεία της ποιητικής του Ελύτη, το φως, τη θάλασσα, τη νεότητα και την αίσθηση της ελληνικότητας ως βίωμα. Μέσα στο μεταπολεμικό κλίμα, όπου κυριαρχούσε η ανάγκη για αναγέννηση και αισιοδοξία, το έργο αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία.
Με τη μελοποίησή του από τον Θεοδωράκη, η «Μαρίνα» πέρασε από τον χώρο της ποίησης στο ευρύ κοινό, αποκτώντας νέα δυναμική και συναισθηματικό βάθος, ενώ η μεταγενέστερη ένταξή της στο μπαλέτο «Αλέξης Ζορμπάς» ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη σκηνική της διάσταση. Διαχρονικά, το τραγούδι παραμένει ένας λυρικός ύμνος στην ομορφιά και την ελπίδα, διατηρώντας αναλλοίωτη τη δύναμή του και τη θέση του στο ελληνικό έντεχνο ρεπερτόριο.
Το «Αχ χελιδόνι μου», σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου (1971), γεννήθηκε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Μέσα σε ένα κλίμα περιορισμού της ελευθερίας και έντονης κοινωνικής πίεσης, το τραγούδι κατάφερε να εκφράσει, με συμβολικό και ποιητικό τρόπο, την ανάγκη του ανθρώπου για ελπίδα, φυγή και λύτρωση.
Η εικόνα του χελιδονιού λειτουργεί ως σύμβολο ελευθερίας και επιστροφής, κουβαλώντας μαζί της την προσδοκία για καλύτερες μέρες. Με τη χαρακτηριστική ευαισθησία της μουσικής του Λοΐζου και τον λιτό αλλά βαθιά συγκινητικό λόγο του Παπαδόπουλου, το τραγούδι αγαπήθηκε από το κοινό και διατηρεί μέχρι σήμερα τη δύναμή του, ως μια διαχρονική υπενθύμιση της ανάγκης για ελπίδα ακόμη και στις πιο σκοτεινές εποχές.
Το «Κάτω στης Μαργαρίτας τ’ αλωνάκι», σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη (1964), αποτελεί ένα από τα πιο τρυφερά και συμβολικά τραγούδια του ελληνικού έντεχνου ρεπερτορίου. Το ποίημα εντάσσεται στον ποιητικό κόσμο του Ελύτη, όπου η φύση, το φως και η νεότητα συνδέονται άρρηκτα με τα ανθρώπινα συναισθήματα και ιδιαίτερα με την αφύπνιση του έρωτα. Η μελοποίησή του από τον Μαρκόπουλο ανέδειξε τη λυρικότητα και την αθωότητα των στίχων, μεταφέροντας με απλότητα αλλά και βαθύ συναίσθημα την εικόνα της άνοιξης ως εποχής αναγέννησης.
Το «αλωνάκι» γίνεται ένας συμβολικός χώρος όπου η φύση ανθίζει και μαζί της «ανθίζει» και το πρώτο ερωτικό συναίσθημα. Το τραγούδι αγαπήθηκε για τη λεπτότητα και τη διαχρονικότητά του, καθώς καταφέρνει να αποτυπώσει μια καθολική εμπειρία: τη μετάβαση από την αθωότητα στη συναισθηματική ωρίμανση. Μέχρι σήμερα, παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της αρμονικής συνύπαρξης ποίησης και μουσικής στην ελληνική δημιουργία.
Το τραγούδι «Το τρένο φεύγει στις οκτώ» (1970) αποτελεί μια σημαντική συνεργασία του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Ελευθερίου, γραμμένο την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Μέσα από την εικόνα του τρένου που αναχωρεί, αποτυπώνεται ο πόνος του αποχωρισμού και η αίσθηση της απώλειας, που συνδέεται τόσο με προσωπικές εμπειρίες όσο και με τη γενικότερη πραγματικότητα της εποχής, όπως η ξενιτιά και η εξορία.
Η λιτή αλλά συγκινητική μουσική ενισχύει τη μελαγχολία των στίχων, κάνοντας το τραγούδι διαχρονικό και βαθιά ανθρώπινο.
Η πρώτη ενότητα της επετειακής συναυλίας ολοκληρώθηκε με το εμβληματικό τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί», το οποίο συνδέθηκε με την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004.
Η ερμηνεία του αποτελεί φόρο τιμής στον δημιουργό του, Διονύση Σαββόπουλο, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα του έργου του και τη βαθιά του σύνδεση με τη συλλογική μνήμη.
Πρόκειται για ένα τραγούδι που υμνεί τη συνέχεια της ελληνικής παράδοσης και τη δύναμη της συλλογικότητας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν μέσα από τον χορό και τη μουσική. Με έντονες αναφορές στη λαϊκή κουλτούρα, αλλά και μια σύγχρονη ματιά, εκφράζει την ανάγκη για ενότητα, ελπίδα και διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας.
Η ζωντάνια και ο ρυθμός του το καθιστούν όχι μόνο ένα εορταστικό άκουσμα, αλλά και ένα σύμβολο πολιτισμικής συνέχειας.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, επιβιβαστήκαμε συμβολικά σε ένα «καινούριο καράβι», με καπετάνιο τη μελωδία του πιανίστα Johan Sandback, αφήνοντας τη μουσική να μας παρασύρει σε ένα ταξίδι με άρωμα θάλασσας και νοσταλγίας.
Στο απέραντο γαλάζιο του ορίζοντα, ο χρόνος έμοιαζε να παγώνει μέσα από το έργο «Μέλος Νο 12» του Μίκη Θεοδωράκη, όπου η εσωτερικότητα και η λιτότητα της μουσικής δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα βαθιάς συγκίνησης. Ήταν μια από εκείνες τις σπάνιες στιγμές περισυλλογής και σιωπηλής επικοινωνίας, όπου η μουσική μιλά απευθείας στην ψυχή.
Πριν το μπουζούκι του Γιώργου Προκοπίου στο «Πενιές του Μπέμπη» απλώσει τη δεξιοτεχνική του λάμψη πάνω στα κύματα.
Το παραδοσιακό τραγούδι «Σε καινούρια βάρκα μπήκα» ανήκει στη μουσική παράδοση της Μικράς Ασίας και των ελληνικών νησιών, εκφράζοντας τον καημό της ξενιτιάς, του αποχωρισμού και της αναζήτησης μιας νέας αρχής.
Μέσα από την εικόνα της βάρκας, που συμβολίζει το ταξίδι και την αλλαγή, το τραγούδι αποτυπώνει βιώματα ανθρώπων που άφησαν τον τόπο τους, ιδιαίτερα σε περιόδους ιστορικών ανακατατάξεων.
Η λιτή μελωδία και η επαναληπτικότητα των στίχων ενισχύουν τη συναισθηματική του δύναμη, κρατώντας το ζωντανό στη συλλογική μνήμη μέχρι σήμερα.
Το τραγούδι «Αγάπη βουρκωμένη» (1969), σε μουσική του Σταύρου Κουγιουμτζή και στίχους του Λάκη Τεάζη, αποτελεί μια από τις πιο τρυφερές και μελαγχολικές μπαλάντες του ελληνικού ρεπερτορίου. Με λόγο λιτό αλλά βαθιά εκφραστικό, αποτυπώνει την πίκρα της ανεκπλήρωτης αγάπης και τη σιωπηλή θλίψη που αφήνει πίσω της.
Η μουσική, γεμάτη ευαισθησία, αγκαλιάζει τους στίχους και ενισχύει το συναισθηματικό τους βάρος, δημιουργώντας ένα τραγούδι που αγγίζει διαχρονικά την καρδιά όλων όσων το ακούνε.
Η μουσική μας βόλτα συνεχίστηκε στην Ήπειρο με το παραδοσιακό τραγούδι «Κοντούλα λεμονιά» ένα από τα πιο αγαπημένα δημοτικά τραγούδια, που μέσα από την αλληγορία του μικρού λεμονόδεντρου εξυμνεί τη νεότητα, την ομορφιά και την αγνότητα.
Με ζωηρό ρυθμό και απλότητα στους στίχους, αποτυπώνει τη χαρά και τη φρεσκάδα της λαϊκής παράδοσης, παραμένοντας ζωντανό σε γλέντια και εορτασμούς μέχρι σήμερα.
Το τραγούδι «Στην Ιθάκη» (1979), σε μουσική του Ηλία Ανδριόπουλου και στίχους του Μάνου Ελευθερίου, αξιοποιεί τον συμβολισμό της «Ιθάκης» ως τόπο επιστροφής και εσωτερικής αναζήτησης. Δεν αναφέρεται μόνο σε ένα γεωγραφικό σημείο, αλλά σε μια βαθύτερη ανάγκη για επανασύνδεση με αξίες όπως η ελευθερία, η αλήθεια και η ταυτότητα, ιδιαίτερα μετά από δύσκολες ιστορικές περιόδους. Η μελωδία, λιτή και στοχαστική, ενισχύει το ποιητικό στοιχείο των στίχων, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας και ελπίδας.
Στη συνέχεια, ο παρουσιαστής της βραδιάς έκανε ιδιαίτερη αναφορά στους δύο μαέστρους, τον Rolando Pomo και την Johanna Pomo, καθώς και στον πιανίστα Johan Sandback, επισημαίνοντας την καλλιτεχνική τους κατάρτιση και τη σημαντική τους προσφορά στον χώρο της μουσικής.
Ο Rolando Pomo, είναι Αργεντινός κιθαρίστας και μαέστρος και έχει συμβάλει στον εμπλουτισμό της σκανδιναβικής μουσικής ζωής από το 1980. Με υπόβαθρο τόσο στην κλασική μουσική όσο και στη λατινοαμερικανική λαϊκή μουσική, έχει διευθύνει μια σειρά από σύνολα, μεταξύ άλλων το ανδρικό φωνητικό σύνολο Abril και τη χορωδία Mugriad.
Συχνά καλείται από τη σουηδική τηλεόραση (SVT) ως ειδικός στη λατινοαμερικανική μουσική και το 2008 έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό μέσω της εκπομπής “Pomos Piano”. Μετά από 20 επιτυχημένα χρόνια ως μαέστρος της ελληνικής χορωδίας Orfeas (2005–2025), ο αγαπημένος Rolando επικεντρώνεται τώρα στο πιο πρόσφατο πρότζεκτ του: τη χορωδία Americanto.
Η μαέστρος Johanna Pomo έχει μεταπτυχιακό στη διεύθυνση χορωδίας και είναι διπλωματούχος παιδαγωγός τραγουδιού από τη Βασιλική Μουσική Ακαδημία. Διαθέτει ισχυρό υπόβαθρο ως τραγουδίστρια σε μερικές από τις κορυφαίες χορωδίες της Σουηδίας και έχει διευθύνει από επαγγελματικά σύνολα μέχρι ερασιτεχνικές χορωδίες.
Έχει επίσης εργαστεί ως μαέστρος και καθηγήτρια μουσικής στο Uppsala Musikklasser. Η Johanna έχει μακρά ιστορία με την χορωδία του «Ορφέα», μεταξύ άλλων ως μαέστρος του έργου του Θεοδωράκη «Άξιον Εστί» στην επέτειο των 10 χρόνων το 2015. Το 2025 διαδέχθηκε τον Rolando Pomo ως βασική μαέστρος της χορωδίας και έτσι μεταφέρει τη μουσική κληρονομιά του «Ορφέα» στο επόμενο κεφάλαιο.
Ο Johan Sandback είναι ο πιανίστας και πολιτιστικός επιχειρηματίας που συνδυάζει το καλλιτεχνικό με το ψηφιακό κομμάτι. Είναι ο δημιουργός της επιτυχίας Pianostreet.com και από το 2014 αποτελεί κινητήρια δύναμη ως παραγωγός συναυλιών, μεταξύ άλλων για την Ελληνική Καλλιτεχνική Μουσική στη Σουηδία.
Η πορεία του ξεκίνησε στην Ουψάλα και συνεχίστηκε μέσω της Βασιλικής Μουσικής Ακαδημίας στο Λονδίνο, όπου απέκτησε δίπλωμα σολίστ και κέρδισε το σημαντικό βραβείο “Carpenter Recital Prize”. Ως η μουσική ραχοκοκαλιά της χορωδίας του «Ορφέα», βρίσκεται στο πιάνο και έχει αφήσει το στίγμα του στη μουσική από την έναρξη της χορωδίας το 2011.
Και μέσα από τους μαγικούς ψιθύρους της θάλασσας, η χορωδία του «Ορφέα» μας ταξίδεψε σε μόλις τρία λεπτά σε ένα «Λούνα Παρκ», φωτίζοντας μελωδικά τη λάμψη της Μεγαλούπολης. Μια σκοτεινή και σουρεαλιστική εικόνα της σύγχρονης κοινωνίας, σαν ένα χαοτικό λούνα παρκ, όπου η αιχμηρή μουσική του Θάνου Μικρούτσικου συναντά την καυστική κοινωνική κριτική του Άλκη Αλκαίου.
Το «Λούνα Πάρκ» (Θ. Μικρούτσικος / Άλκης Αλκαίος) αποπνέει ένταση, χιούμορ και ποιητική σάτιρα, δημιουργώντας μια ανεξίτηλη εμπειρία για το κοινό.
Το τραγούδι «Ανδρομέδα» του Θανάση Παπακωνσταντίνου αντλεί έμπνευση από τον ομώνυμο αστερισμό της Ανδρομέδας, για να εκφράσει τη βαθιά υπαρξιακή μοναξιά του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν.
Με ποιητικό λόγο και ιδιαίτερη μουσική ατμόσφαιρα, το τραγούδι κινείται ανάμεσα στο μυθικό και το σύγχρονο, δημιουργώντας μια αίσθηση αποστασιοποίησης αλλά και εσωτερικής αναζήτησης.
Το τραγούδι «Αθήνα» (1961) του Μάνου Χατζιδάκη αποτελεί έναν λυρικό ύμνο στην Αθήνα, αναδεικνύοντας το φως, την ομορφιά και τη διαχρονική της ταυτότητα.
Με κομψότητα και ευαισθησία, αποτυπώνει τη μοναδική ατμόσφαιρα της πόλης, συνδέοντας το ιστορικό της βάθος με μια αίσθηση αισιοδοξίας και παγκόσμιας ακτινοβολίας.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τρία αθάνατα έργα από το «Άξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη, όπου η μουσική συναντά την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη για να αναδείξει το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής. Αυτό το τελευταίο μέρος ήταν ένας ύμνος στη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ ταυτόχρονα φώτισε τη δύναμη της αγάπης και της ζωής.
Το «Ένα το χελιδόνι» (1964, Μ. Θεοδωράκης / Ο. Ελύτης), γεννήθηκε ως σύμβολο ελπίδας σε σκοτεινούς καιρούς. Ένα μοναδικό χελιδόνι, μικρό αλλά δυναμικό, φέρνει το φως και την άνοιξη σε έναν τόπο σημαδεμένο από τον πόνο. Η ερμηνεία του μέλους της χορωδίας κ. Γιάννη Μάττου μετέτρεψε την μελωδία σε σταγόνα δροσιάς που ξύπνησε τις ψυχές και ένωσε το κοινό μέσα από τη συγκίνηση.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, το τραγούδι «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» (1964, Μ. Θεοδωράκης / Ο. Ελύτης) έγινε ανεπίσημος εθνικός ύμνος, φέρνοντας ελπίδα και δύναμη στον ελληνικό λαό. Οι στίχοι του Ελύτη και η μουσική του Θεοδωράκη γίνονται φάρος δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας, ενώ οι συγκλονιστικές ερμηνείες της Καλυψώς Κωνσταντινίδου και του Δημήτρη Τσάμη ανέδειξαν τη βαθιά σημασία αυτού του ύμνου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με ένα μεγάλο ευχαριστώ εκ μέρους της χορωδίας απέναντι στο κοινό για την παρουσία του στην εκδήλωση,
Το φινάλε της βραδιάς, γεμάτο συναίσθημα, αποδόθηκε με μοναδικότητα από τον Anastasio Tebaldi, ο οποίος ερμήνευσε το «Της αγάπης αίματα» (1964, Μ. Θεοδωράκης / Ο. Ελύτης). Στο συγκεκριμένο τραγούδι, η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη αναδεικνύει τη δύναμη της αγάπης που κρατά τον άνθρωπο όρθιο ακόμα και μέσα στο σκοτάδι, ενώ η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, έντονη και επιβλητική, κορυφώνει τη συναυλία προσφέροντας ένα συγκινητικό και ανεξίτηλο φινάλε.
Μετά το τέλος της εκδήλωσης η Πρόεδρος του Ορφέα κα. Ειρήνη Βαρδαξή μας παραχώρησε μια μικρή συνέντευξη αναφορικά με την εκδήλωση.
Η επετειακή συναυλία του Ορφέα δεν ήταν απλώς μια γιορτή για τα 20 χρόνια της χορωδίας, αλλά ένα αληθινό ταξίδι μέσα στη μουσική, τις μνήμες και την ψυχή της Ελλάδας. Οι φωνές που ενώθηκαν το Σάββατο δημιούργησαν μια ζωντανή γέφυρα ανάμεσα σε πολιτισμούς και γενιές, αναδεικνύοντας τον πλούτο και την ποικιλομορφία της ελληνικής κληρονομιάς.
Η μουσική απέδειξε για ακόμα μία φορά τη δύναμή της: να συγκινεί, να ενώνει και να κρατά ζωντανή την ταυτότητά μας, ακόμη και μακριά από την Ελλάδα. «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείο» Διονύσιος Σολωμός.
Σας ευχαριστούμε θερμά που μας χαρίσατε αυτό το καταπληκτικό ταξίδι.
Αλεξάνδρα Ζιώγα
Δείτε πλούσιο φωτογραφικό υλικό απο την εκδήλωση












































